Εγώ και άλλα ζώα

 

Βρέθηκα τυχαία σε δάσος οξιάς έναν χειμώνα.

Δεν θα πήγαινα ποτέ επί τούτου γιατί ήξερα πως οι οξιές είναι φυλλοβόλα και νόμιζα πως το ονειρικό του πράγματος το έφτιαχνε το φως που περνούσε τα φύλλα. Όμως τα δάση οξιάς γεννήθηκαν για να μην απογοητεύουν ποτέ.

Ήταν συννεφιά, είχε υγρασία και περπάτησα ανάμεσα στους ψηλούς κορμούς, στα ραδινά κλαδιά τους και στα πεσμένα φύλλα πολύ ευτυχισμένη ξανά με ότι έβλεπα, μύριζα και εισέπνεα.

Μία ώρα μετά, τόσο είχα στη διάθεσή μου, είχα φτάσει στις παρυφές του δάσους κοντά σε ένα χωμάτινο δρόμο.  Στην άκρη του δρόμου υπήρχε μία ποτίστρα που γέμιζε με πηγαίο νερό κι έτσι πάντα ξεχειλισμένη έφτιαχνε  ένα μικρό ρυάκι που διαπερνούσε το δρόμο και συνέχιζε ανάμεσα στα δέντρα. 

Στην ποτίστρα, εκείνη την ώρα, αποφάσισε να ρθει να πιει νερό μία μανούλα σκρόφα με τέσσερα μωρά.  Τη στιγμή που έβγαζα το πόδι μου από το δάσος και πατούσα στο δρομάκι ήρθαμε φάτσα κάρτα. Μας χώριζαν το πολύ τέσσερα μέτρα.  Κοκάλωσα. Πρώτη μου φορά συνάντηση με άλλο  θηλαστικό του δάσους.  Πουλιά, έντομα και ερπετά είχα πολλά συναντήσει μέχρι τώρα. Δεν μου έδιναν καμία σημασία, δεν τα ενοχλούσα, δεν με φοβόντουσαν,  δεν τα φοβόμουνα.  ‘Όμως το αγριογούρουνο με τα μωρά του, και κυρίως για τα μωρά, ομολογώ πως το το φοβήθηκα.


Ακίνητες και οι δύο κοιτιόμαστε στα μάτια.  Το μωρά, μωρά και χαρούμενα απομακρύνθηκαν από τη μάνα τους και ήρθαν προς το μέρος μου παίζοντας με το νερό που κατρακυλούσε. Τώρα μάλιστα.  Άρχισα να την κοιτάω και να της μιλάω χωρίς να γυρίσω καν το κεφάλι  μου  προς τα μικρά και περπατώντας αργά.

Της εξήγησα ότι έχει μπροστά της ένα ζώο που αγαπάει πάρα πολύ τα άλλα ζώα και νομίζω πως είναι αρκετά έξυπνη για να το διαισθανθεί. Ακόμη της είπα, ό,τι κάθε μάνα θέλει να ακούει, πώς, δηλαδή, ότι τα παιδάκια της είναι πολύ όμορφα και τέλειωσα τον μονόλογο λέγοντας ότι τώρα θα την κάνω με ελαφρά βηματάκια και ας συνεχίσει η καθεμία μας το δρόμο της. 

Και πράγματι περπατώντας λοξά  απομακρυνόμουν σιγά-σιγά από τα παιδιά της. Εκείνη συνέχιζε να με κοιτάει ακίνητη  και εγώ όμως την κοιτούσα καθώς περπατούσα και όταν την είδα να σκύβει το κεφάλι κάτω και να πηγαίνει προς τα παιδιά της ήρθε κι εμένα η ψυχή στα πόδια μου που μέχρι τότε τα ένιωθα  κομμένα και χωρίσαμε χωρίς να ανανεώσουμε το ραντεβού.



Σχόλια