O Θεολόγης και τ' άλλα ζωντανά.

 

O Θεολόγης και τ' άλλα ζωντανά.

 



             Στα 1963 σε ένα χωριό με το γελοίο όνομα Αδαμούδι ζούσαν η Μαίρη, μια κατσικούλα όμορφη και γλυκιά που στην πραγματικότητα ήταν ένα αδηφάγο τέρας, ο Μαύρος, τεράστιο τσομπανόσκυλο, η γάτα η  Έλα, από το “έλα δω βρε άτιμο ζωντανό”, δύο κότες, η Μπιρμπίλω και η Κανέλω που είχαν και ένα κόκορα στην υπηρεσία τους κι η Κυρμέντια (από το θηλυκό του «κυρ Μέντιος»)  που ήταν, τι άλλο, γάιδαρος, όπως δηλώνει και το όνομά της.

Τετράποδα και τα πτηνά διαβίωναν σε μια ευμεγέθη αυλή, με όλα τα χρειαζούμενα: σπίτι, κοτέτσι, σπιτάκι σκύλου κι έναν ας πούμε στάβλο, με την εποπτεία και τη φροντίδα του παππού και της γιαγιάς του Θεολόγη, έως ότου αυτοί πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον, με διαφορά εβδομάδας. 

Τότε, το χάος, η άβυσσος και το απόλυτο σκότος, μεταφορικά εκφραζόμενα,  έκαναν την εισαγωγή τους στη ζωή του Θεολόγη.

Φυσικά κάποιοι χωριανοί ήρθαν στις κηδείες, κάποιοι από αυτούς λυπήθηκαν κιόλας τον Θεολόγη, όταν πέθανε και ο παππούς του μετά την γιαγιά, ο πρόεδρος μάλιστα, -τότε τα χωριά είχαν προέδρους, όχι σαν τα σημερινά που δεν έχουν καν τίποτε, βλέπε: πρόγραμμα Καλλικράτης- του πρότεινε, αν ήθελε, να πάει το βράδυ να φάει και να κοιμηθεί στο σπίτι του, κι εκεί θεώρησε πως τέλειωνε η ηθική του υποχρέωση απέναντι σε ένα παντέρμο δεκάχρονο παιδάκι. Οι παρευρισκόμενοι συγχωριανοί και συνακροατές της προεδρικής μεγαλοψυχίας έκαναν τουμπεκί.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πω πως το 1963 η χώρα δεν είχε καμία σχέση με την σύγχρονη Ελλάδα του «Τσοβόλα δώστα όλα» ή του «Γερούν βάστα γερά» ή της πιο πρόσφατης «Ανάπτυξης». Ο κόσμος ήταν φτωχός και δηλητηριασμένος από έναν φρικτό εμφύλιο πόλεμο. Και το χωριό του Θεολόγη μπορεί να μην ήταν το Μελιγαλά, ήταν όμως ανταρτόπληκτο. Μόνοι «αριστεροί» στο χωριό είχαν υπάρξει οι άρτι εκλιπόντες. Αυτό, αυτομάτως, είχε στιγματίσει τον Θεολόγη σαν παιδί συμμοριτών και σφαγέων κι ας ήταν μόνο καμιά κότα ό,τι όλο κι όλο είχαν σφάξει ο παππούς κι η γιαγιά του όσο ζούσαν. 

Την επαύριον της κηδείας ο Θεολόγης ξύπνησε κάπως πιο αργά, δεν πλύθηκε και δεν βρήκε γάλα ζεστό να πιεί, αλλά μπορούσε να το βράσει και μόνος του και αυτό έκανε. Βγήκε στην αυλή, έριξε ένα κομμάτι ψωμί στον Μαύρο, έβαλε σε ένα κουπάκι λίγο γάλα με ψωμί για την Έλα, φώναξε κότες και κόκορα και τους έριξε τροφή, πήγε στο στάβλο και είδε πως η Κυρμέντια είχε φαΐ, της πρόσθεσε λίγο νερό και πήρε την Μαίρη με το σχοινί που έδενε ο παππούς και κάθισε στο πεζούλι να σκεφτεί τα καινούργια δεδομένα. Όμως η ώρα περνούσε και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε γιατί οι περισπασμοί ήταν πολλοί.

συνεχίζεται

Σχόλια