Η ΑΛΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΓΑΤΑ



 

ΧΑΙΡΩ ΠΟΛΥ, ΑΛΙΚΗ:  

Με την Αλίκη συστηθήκαμε το καλοκαίρι του 2014, κατόπιν δικής της επίμονης απαίτησης.

Εγώ τότε κάπνιζα και κάπνιζα στο μπαλκόνι. Περνούσα ΄δηλαδή ώρες εκεί, αν συμπυκνώσει κανείς τον χρόνο που χρειάζεται μέσα στη μέρα ένας καπνιστής, γιατί δεν κάπνιζα ένα με τον καφέ, ένα, μετά το φαγητό άντε και ένα το βράδυ. Κάπνιζα σοβαρά.

Κάποιο, λοιπόν, από εκείνα τα γλυκά πρωινά της αρχής του καλοκαιριού, που η θερμοκρασία είναι ιδανική για την ψυχοσωματική υγεία, πήρα τον καφέ μου, πήρα τον καπνό μου και τη στιγμή ακριβώς που έπαιρνα θέση στην πολυθρόνα μου, κατακλυσμένη
ήδη από΄ την ευτυχία του ανέμελου ανθρώπου που μετά την νυχτερινή στέρηση, είναι έτοιμος να αρχίσει τις εξαρτήσεις του, ακούστηκε η πρώτη τσιρίδα της.

Τίποτε δεν απεύχομαι περισσότερο από το να ακούσω γατί να σκούζει απελπισμένο όταν περπατάω στο δρόμο. Τώρα, να το ακούσω κάτω από το μπαλκόνι μου, όπου είμαι κατά κάποιο τρόπο εγκλωβισμένη και δεν μπορώ να προσπεράσω, ώστε σε κάμποση ώρα, ίσως, και να ξεχάσω, είναι το απολύτως απευκταίο. Απολύτως.

Η ηρεμία μου διαταράχτηκε σοβαρά.

Στο σπίτι μου, τότε, κυκλοφορούσαν ήδη άλλα δύο γατιά.  Το Χαμσίνι που με εξαίσιο αυθορμητισμό μπήκε χρόνια πριν, στο σπίτι των γονιών μου, -από το δρόμο, στο μπαλκόνι και απ’ το μπαλκόνι στο σαλόνι, λέγοντας «Να ‘μαι κι εγώ» και η Τίτη που μήνες πριν την είχα δει στο ρείθρο ενός πεζοδρομίου, έτοιμη να διασχίσει το δρόμο ανάμεσα σε δεκάδες αυτοκίνητα φιλάθλων που αποχωρούσαν πολύ εμφανώς δυσαρεστημένοι -για προφανέστατο λόγο- από το γήπεδο της γειτονιάς. Την άρπαξα πριν προλάβει καν ν’ απλώσει ποδαράκι και αντί να την επιστρέψω στην μάνα της, ή έστω στην αυλή από όπου είχε ξεπροβάλει, όπου ίσως βρισκόταν η μανά και τα αδέρφια της-, στη σκέψη ότι μάλλον σύντομα θα ξαναέκανε απόπειρα αυτοκτονίας, την υιοθέτησα, χωρίς το καημένο να έχει δηλώσει καμία πρόθεση να υιοθετηθεί. Άργησε πολύ να μου το συγχωρήσει.
Ξεφεύγουμε όμως. Το θέμα μας είναι η Αλίκη.

Έχοντας λοιπόν στη σκέψη μου τα άλλα δύο τετράποδα, αισθάνθηκα μια λογική φωνή να μου λέει. «Όχι, όχι»

Αυτά, την πρώτη μέρα και την δεύτερη. Την τρίτη είπε ο γιος μου: «Πώς αντέχεις ρε μάνα;» Πήδησα από την καρέκλα, βρέθηκα στο δρόμο και σύρθηκα κάτω από το αυτοκίνητο από όπου ακουγόταν το ατελείωτο, κολασμένα βασανιστικό, ανυπόφορα απαιτητικό νιαούρισμα.

Να ‘μαι κι εγώ τώρα να κρατάω στα χέρια μου ένα, -θηλυκό κι αυτό-, βρώμικο και λιμασμένο γατί. Μοιάζει άσπρο κατά κύριο χρώμα, με καφέ-μαύρο διάσπαρτο στη ράχη και στην ουρά. Τι το κάνεις τώρα; Να το βάλεις με τις άλλες όπως είναι, αποκλείεται. «Δεν ξέρεις και τι κουβαλάει» όπως σοφά λέγεται.
Με τη βοήθεια του άλλου μου γιου, που δέχτηκε να το φιλοξενήσει στο εργαστήριό του μέχρι να το φέρω σε κατάσταση "ασφαλείας", σε λίγες μέρες είχα με επιτυχία καταγραφεί ως κάτοχος τρίτης γάτας. Μιας γάτας με βιβλιάριο και τουπέ. Μιας γάτας με τα όλα της. Μιας γάτας με ουρά. Και τι ουρά!


 

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου