2._ O Θεολόγης και τ' άλλα ζωντανά.
2
Ο Θεολόγης πήγαινε στο σχολείο της κοντινής κωμόπολης που ήταν κοντά στην μεγάλη πόλη. Πήγαινε και γυρνούσε, φυσικά, με τα πόδια. Η διαδρομή ανά κατεύθυνση διαρκούσε μια ώρα με γρήγορο βήμα δεκάχρονου αγοριού.
Ο δάσκαλός του ήταν συχωριανός του και ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου. Πόνεσε η ψυχή του με το δράμα του μικρού αλλά δεν τολμούσε να εκδηλωθεί [1]. Ωστόσο δεν ήταν και διατεθειμένος να αφήσει το «θέμα» στην τύχη του.
Για αρχή προσπάθησε να μάθει αν ο μικρός είχε καθόλου χρήματα. Όχι δεν είχε. Μήπως ο παππούς είχε κάποιο κομπόδεμα; Μήπως να έψαχνε στο σπίτι; Μήπως είχε δει ποτέ τη γιαγιά να βγάζει χρήματα από κάπου, ή τον παππού; Κάπου πρέπει να είχε. Ο παππούς είχε πληρώσει και τον ξυλουργό του χωριού για την κάσα της γιαγιάς και τον ψάλτη και τον παπά. Άρα, κάτι είχε, αλλά το πήρε το μυστικό στον τάφο του οπότε η δική του κηδεία είχε γίνει «δημοσία δαπάνη». Όλοι οι χωριανοί κάπως είχαν βοηθήσει -συνηθισμένη τακτική στα χωριά σε ανάλογες περιπτώσεις- αν και του πρεέδρου του είχε περάσσει από το μυαλό να χρεώσει τον Θεολόγη, αλλά ακόμη το σκεφτόταν και το σκεφτόταν και ντρεπόταν να το ζητήσει· για την ώρα.
Το ζήτημα των χρημάτων είχε ήδη προκύψει όταν ο σανός της Κυρμέντιας ελαττώθηκε σοβαρά, αλλά ο Θεολόγης δεν ήταν ο τύπος που θα απελπιζόταν ή που θα τα έχανε. Ήταν ΄΄ένα δεκάχρονο ορφανό το 1963 σε ένα χωριό στην Ελλάδα και αυτό ισοδυναμεί τουλάχιστον με εικοσάχρονο σήμερα. Ήξερε τι πρέπει να φάνε τα ζώα, ήξερε από που να προμηθευτεί τα χρειαζούμενα, λεφτά δεν ήξερε πού υπήρχαν, αν υπήρχαν μέσα στο σπίτι. Έψαξε, δεν βρήκε. Είχε όσα χρειαζόταν για 2 τρεις μέρες από τρόφιμα. Η Μαίρη κατέβαζε γάλα κι οι κότες γεννούσαν. Σιγά σιγά, μέρα Τρίτη της κηδείας, άρχισε κάπως να καθαρίζει η ομίχλη του μυαλού του και ήξερε πως τώρα ήταν μόνος από ανθρώπους αλλά όχι από αγάπη και συντροφιά. Είχε τον Μαύρο, την Κυρμέντια, την Μαίρη και την Έλα. Η Μπιρμπίλω και η Κανέλω δεν συμπεριλαμβανόταν στην συντροφιά ή και πάλι, γιατί όχι; Ήταν κι ο κόκορας κάθε πρωί, αχάραγα, λαλίστατος.
[1] Στο σημείο αυτό, καλό είναι να επαναληφθεί -και να σημανθεί- πώς «Ο Θεολόγης ήταν παιδί συμμοριτών και σφαγέων» για τους χωριανούς και τις αρχές του τόπου και της χώρας. Όταν, λοιπόν, από δω και πέρα κάτι θα φαίνεται «παράξενο» στον σημερινό αναγνώστη, είναι σοφό να ανατρέχει σε αυτή την φράση της οποίας θα κάνει χρήση επεξήγησης, για να αποφευχθούν επόμενες κουραστικές επαναλήψεις. Π.χ.: γιατί ο δάσκαλος δεν τολμούσε να εκδηλώσει συμπάθεια για τον Θεολόγη; Γιατί «Ο Θεολόγης ήταν παιδί συμμοριτών και σφαγέων» και δεν επιτρέπεται να συμπαθούμε παιδιά συμμοριτών και σφαγέων αλλιώς είμαστε κι εμείς τέτοιοι ή κρυφό-τέτοιοι.
συνεχίζεται

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου